βαρβαρικός

Zo stránky Wikislovník
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

Gréčtina[upraviť]

Výslovnosť[upraviť]

  • IPA: [vaɾ.va.ri.ˈkos]

Prídavné meno[upraviť]

Skloňovanie[upraviť]

Číslo singulár plurál
Rod mužský ženský stredný mužský ženský stredný
nominatív βαρβαρικός βαρβαρική βαρβαρικό βαρβαρικοί βαρβαρικές βαρβαρικά
genitív βαρβαρικού βαρβαρικής βαρβαρικού βαρβαρικών βαρβαρικών βαρβαρικών
akuzatív βαρβαρικό(ν) βαρβαρική βαρβαρικό βαρβαρικούς βαρβαρικές βαρβαρικά
vokativ βαρβαρικέ βαρβαρική βαρβαρικό βαρβαρικοί βαρβαρικές βαρβαρικά

Význam[upraviť]

  1. barbarský, neľudský, nekultúrny

Príbuzné slová[upraviť]