αποφασιστικός

Z Wikislovníku
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

Gréčtina[upraviť]

Výslovnosť[upraviť]

  • IPA: [apo.fa.sis.ti.ˈkos]

Prídavné meno[upraviť]

Skloňovanie[upraviť]

Číslo singulár plurál
Rod mužský ženský stredný mužský ženský stredný
nominatív αποαποφασιστικός αποφασιστική αποφασιστικό αποφασιστικοί αποφασιστικές αποφασιστικά
genitív αποφασιστικού αποφασιστικής αποφασιστικού αποφασιστικών αποφασιστικών αποφασιστικών
akuzatív αποφασιστικό(ν) αποφασιστική αποφασιστικό αποφασιστικούς αποφασιστικές αποφασιστικά
vokativ αποφασιστικέ αποφασιστική αποφασιστικό αποφασιστικοί αποφασιστικές αποφασιστικά

Význam[upraviť]

  1. rozhodný, rezolutný, rozhodujúci

Príbuzné slová[upraviť]