δραματικός

Zo stránky Wikislovník
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

Gréčtina[upraviť]

Výslovnosť[upraviť]

  • IPA: [ðɾa.ma.ti.ˈkos]

Prídavné meno[upraviť]

Skloňovanie[upraviť]

Číslo singulár plurál
Rod mužský ženský stredný mužský ženský stredný
nominatív δραματικός δραματική δραματικό δραματικοί δραματικές δραματικά
genitív δραματικού δραματικής δραματικού δραματικών δραματικών δραματικών
akuzatív δραματικό(ν) δραματική δραματικό δραματικούς δραματικές δραματικά
vokatív δραματικέ δραματική δραματικό δραματικοί δραματικές δραματικά

Význam[upraviť]

  1. dramatický

Príbuzné slová[upraviť]