συγκεκριμένος

Z Wikislovníku
Skočit na navigaci Skočit na vyhledávání

Gréčtina[upraviť]

Výslovnosť[upraviť]

  • IPA: [siŋ.ɡe.kri.ˈmɛ.nos]

Prídavné meno[upraviť]

Skloňovanie[upraviť]

Číslo singulár plurál
Rod mužský ženský stredný mužský ženský stredný
nominatív συγκεκριμένος συγκεκριμένη συγκεκριμένο συγκεκριμένοι συγκεκριμένες συγκεκριμένα
genitív συγκεκριμένου συγκεκριμένης συγκεκριμένου συγκεκριμένων συγκεκριμένων συγκεκριμένων
akuzatív συγκεκριμένο(ν) συγκεκριμένη συγκεκριμένο συγκεκριμένους συγκεκριμένες συγκεκριμένα
vokativ συγκεκριμένε συγκεκριμένη συγκεκριμένο συγκεκριμένοι συγκεκριμένες συγκεκριμένα

Význam[upraviť]

  1. konkrétny, špecifický

Antonymá[upraviť]

  1. αφηρημένος (abstraktný)

Príbuzné slová[upraviť]